Η πραγματογνωμοσύνη στην Ποινική Δίκη για εξαρτήσεις από Ναρκωτικά

Η ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΝΑΡΚΩΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

Η απόδειξη της εξάρτησης του κατηγορουμένου από ναρκωτικές ουσίες έχει πολύ μεγάλη σημασία διότι επηρεάζει ουσιωδώς την ποινική του μεταχείρηση και ως εκ τούτου αποτελεί συστατικό στοιχείο « της δίκαιης δίκης» που προβλέπεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Έτσι λοιπόν, τίθεται ένα βασικό ζήτημα σχετικά με τη δεσμευτικότητα η μη της πραγματογνωμοσύνης που διενεργείται για τη διαπίστωση της κατάστασης του καθώς αυτή αποτελεί αν όχι το κυριότερο, ένα από τα βασικότερα αποδεικτικά μέσα. Η κρατούσα στη Νομολογία και στη Θεωρία άποψη είναι ότι το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο με βάση το άρθρο 177 ΚΠΔ που καθιερώνει στο ελληνικό ποινικό δίκαιο την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων ή “ηθικής απόδειξης stricto sensu”[1] και ορίζει ότι : “ Οι δικαστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, πρέπει όμως να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την αποπροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και που αφορά την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδείξεων». Από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 177 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο ποινικός δικαστής δε δεσμεύεται από ποινικούς κανόνες και πρέπει να αποφασίσει σύμφωνα με την πεποίθησή του, με βάση τη συνείδηση και την αμερόληπτη κρίση του. Επίσης, το άρθρο 178 ΚΠΔ αναφέρει ενδεικτικά τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται και η πραγματογνωμοσύνη και καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης χρησιμοποίησης οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου. Η αρχή της ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων (177 ΚΠΔ) και η αρχή της ελεύθερης χρησιμοποίηση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου (178 ΚΠΔ) συναποτελούν την αρχή της ηθικής απόδειξης.[2] Επομένως, από τα παραπάνω προκείπτει ότι ο δικαστής δεν είναι υποχρεωμένος να βασισθεί σε οποιοδήποτε έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό και να θέσει ως βάση της πεποίθησής του πορίσματα ειδικών πραγματογνωμόνων κλπ.[3] ούτε ελέγχεται για τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων ή την εκτίμησή του για τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.[4]

Η δικαιολογητική βάση της εφαρμογής της αρχής της ηθικής απόδειξης και στο ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο είναι ότι το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης δεν πρέπει να υποχρεώνει τον δικαστή, αλλά ο δικαστής πρέπει πάντα να υπόκειται στην ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του, γιατί αλλιώς ο πραγματογνώμονας αντί να είναι βοηθός του δικαστή τον υποκαθιστά, φαλκιδεύοντας έτσι τη συνταγματική επιταγή για την απονομή της δικαιοσύνης από τα δικαστήρια[5]. Ωστόσο έχει υποστηριχθεί από τη θεωρία και άλλη άποψη σχετικά με τη δεσμευτικότητα της γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα, σύμφωνα με την οποία ο δικαστής μη έχοντας τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις δεν μπορεί να αντιπαραθέσει ισάξια επιστημονικά επιχειρήματα που να ανατρέπουν το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης[6]. Η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (αρχή της ηθικής απόδειξης) δεν θα πρέπει βέβαια να γίνει αντιληπτή ως μια αρχή που επιτρέπει στον δικαστή να είναι εντελώς ελεύθερος και αδέσμευτος, διότι η κρίση του δεν πρέπει να αντιβαίνει στο νόμο, ούτε να προσκρούει στους κανόνες της λογικής και στα πορίσματα της επιστήμης.[7] αλλά θα πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μια αρχή που επιτρέπει στο δικαστή να εξετάζει την πραγματογνωμοσύνη, να την συνεκτιμά με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως μαρτυρικές καταθέσεις, βεβαιώσεις κλπ, να λαμβάνει υπόψη την κλινική εικόνα του κατηγορουμένου αλλά και τυχόν άλλα στοιχεία που εισφέρονται και που μπορούν να βοηθήσουν στην εμβάθυνση και άρα στην ασφαλέστερη εξαγωγή συμπεράσματος και σε μια δίκαιη δίκη και απόφαση. 'Αλλωστε, το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης δεν είναι μεν δεσμευτικό για το δικαστή, αλλά δεν μπορεί να το αντιπαρέλθει αναιτιολόγητα, εφόσον τούτο αποφαίνεται υπέρ της συνδομής των όρων της εξάρτησης.[8] Έτσι λοιπόν, και σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη, το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης δεν δεσμεύει το δικαστήριο, δεν μπορεί όμως να το αρνηθεί, εάν δεν συντέχουν άλλα αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να δικαιολογήσουν ειδικά και πειστικά αιτιολογημένα το αντίθετο συμπέρασμα. [9]

Μαρία – Κωνσταντίνα Αγδινιώτη, Δικηγόρος, Π.Μ.Σ. «Εξειδικευμένο Δημόσιο Δίκαιο», Π.Μ.Σ. «Ποινικό Δίκαιο και Εξαρτήσεις»

Δημοσθένης – Ραφαήλ Κουκοβίνος, Δικηγόρος, Π.Μ.Σ. «Εξειδικευμένο Δημόσιο Δίκαιο»

 

[1]Κωνσταντινίδης Α., Εξάρτηση και πραγματογνωμοσύνη: Η αποδεικτική ισχύς της Πραγματογνωμοσύνης , σε Εγκληματικότητα και κράτος δικαίου, 2009, σ. 275, παραπέμπει στον Καρρά Α., Επίτ. Ερμ. Του ΚΠΔ, β' εκδ. αναθ. και βελτ., 2005 , σελ. 456.

[2]Κωνσταντινίδης Α., ο.α. σ. 275, παραπέμπει στον Καρρά Α., ο.α., σ. 456.

[3] Κωνσταντινίδης Α., Η απόδειξη στην ποινική δίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, σ. 17, παραπέμπει σε ΠλημμΘες. 295/1972, Ποιν.Χρον. ΚΒ’, σ.402

[4] Κωνσταντινίδης Α., Η απόδειξη στην ποινική δίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, σ. 17, παραπέμπει σε Καρρά, Πρακτικά του Στ’ Πανελληνίου Συνεδρίου σ.10.

[5]Παρασκευόπουλος Ν., Κοσμάτος Κ., Ναρκωτικά: Κατ' αρθρο ερμηνεία των ποινικών και δικονομικών διατάξεων του “ Νόμου περί εξαρτησιογόνων ουσιών” , εκδ. Σάκκουλα, γ΄ έκδ., 2013, σ. 241, παραπέμπει σε ΑΠ 1287/2002, Πλογ. 2002, σ. 1378, ΑΠ 797/2001, Ποιν.Δικ. 2001, σ.983, ΑΠ 1288/1988, Ποιν.Δικ. 1998, σ. 1170.

[6]Παρασκευόπουλος Ν., Κοσμάτος Κ., ο.α, σ. 242, παραπέμπει σε Καιάφα Μ., Θα' πρεπε μήπως το πόρισμα της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης να είναι δεσμευτικό για το ποινικό δικαστήριο;, Αρμ. 1983, σ.1046 επ.

[7] Κωνσταντινίδης Α., Η απόδειξη στην ποινική δίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, σ. 17, σ. 136.

[8] Παύλου Στ., Ναρκωτικά, Εκδόσεις Σάκκουλας, 2008, σ. 226.

[9] Παύλου Στ., ο.α, σ.227, παραπέμπει σε ΑΠ 1291/1998, Ποιν.Χρον. 1999, σ.707 και σε Απ 1288/1998, Ποιν.Χρον. 1999, σ.706.

UK betting sites, view full information www.gbetting.co.uk bookamkers