Πρωτοβουλία Μιχάλη Καλαντζόπουλου για έκδοση αποτελεσμάτων Ασκουμένων

Σήμερα αντιπροσωπεία του ΔΣΑ με τον Μιχάλη Καλαντζόπουλο Γενικό Γραμματέα του ΔΣΑ και μέλος της Σύγχρονης Δικηγορίας, πραγματοποίησε συνάντηση με το γενικό γραμματέα του Ύπ. Δικαιοσύνης με σκοπό να επιταχυνθεί ο χρόνος δημοσίευσής των αποτελεσμάτων των εξετάσεων των Aσκούμενων δικηγόρων. Προς τούτο κατατέθηκε συγκεκριμένη πρόταση στο Γενικό Γραμματέα (επισυνάπτεται) , ο οποίος την έκανε δεκτή και έδωσε εντολή στις υπηρεσίες να την εφαρμόσουν άμεσα.

Έναρξη Υπηρεσίας Συνεργάτη ΔΣΑ για κατάθεση δικογράφων

Κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε ο Δ.Σ.Α. για τη λειτουργία υπηρεσίας Συνεργάτη στις καταθέσεις δικογράφων τακτικής και ειδικών διαδικασιών του Πρωτοδικείου Αθηνών (Κτίριο 2), σας παραθέτουμε τις κάτωθι οδηγίες:

1) Προσκομίζουμε στο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ Δ.Σ.Α. ένα (1) ΦΑΚΕΛΟ δικογραφίας με:

α) Ένα (1) Υπογεγραμμένο και σφραγισμένο πρωτότυπο δικόγραφο και δύο (2) σφραγισμένα αντίγραφα (δηλ. ένα αντίγραφο που θα κατατεθεί με το πρωτότυπο στη Γραμματεία και ένα αντίγραφο που θα επιστραφεί επικυρωμένο από τον  ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ Δ.Σ.Α. με επικολλημένο ή αποϋλοποιημένο μεγαρόσημο),

β) Εξουσιοδότηση του Πληρεξουσίου Δικηγόρου προς το ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ Δ.Σ.Α. με το περιεχόμενο που επισυνάπτεται (βλ. συνημμένο Νο 1)

γ) Γραμμάτιο προείσπραξης του Πληρεξουσίου Δικηγόρου και ένα (1) μεγαρόσημο,

δ) τον αριθμό προτεραιότητας (αύξ. αριθμ. Παραλαβής δικογράφου) που έχει ήδη λάβει ο πληρεξούσιος δικηγόρος από τη Γραμματεία.

2) Λαμβάνουμε από το ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ Δ.Σ.Α. αποδεικτικό παραλαβής φακέλου με τον αύξοντα αριθμό παραλαβής Δικογράφου ως απόδειξη προσκομιδής του δικογράφου προς κατάθεση.

3) Παραλαμβάνουμε ένα (1) επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθειμμένου δικογράφου μεταξύ 14.00 – 16.00 μ.μ. στο γραφείο Επιμελητών του Δ.Σ.Α., υπογράφοντας στο ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ο λαβών πληρεξούσιος δικηγόρος που αναφέρεται στο δικόγραφο ή εξουσιοδοτημένος (ασκούμενος) δικηγόρος Αθηνών.

4) Για ελλείψεις του Δικογράφου (δικονομικά, πλημμελής εκτύπωση κλπ.) φέρει ευθύνη αποκλειστικά ο συντάξας πληρεξούσιος δικηγόρος. Δεν παραλαμβάνονται δικόγραφα σε περίπτωση αποσβεστικής προθεσμίας / παραγραφής κλπ. και σε περίπτωση που κατατεθούν η ευθύνη της παράδοσής του σε ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ Δ.Σ.Α. ανήκει αποκλειστικά στον πληρεξούσιο δικηγόρο.

5) Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ Δ.Σ.Α. μπορεί να παραλαμβάνει μόνον ένα (1) δικόγραφο προς κατάθεση από κάθε Πληρεξούσιο Δικηγόρο και εκδίδει μόνον ένα (1) επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθειμμένου δικογράφου. Σε περίπτωση που επιθυμεί κάποιος πληρεξούσιος δικηγόρος περισσότερα του ενός (1) επικυρωμένου αντιγράφου, επικυρώνει ο ίδιος εκ του εις χείρας του κεκυρωμμένου.

6) Διευκρινίζεται ότι η υπηρεσία ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ Δ.Σ.Α. έχει προαιρετικό – συμπληρωματικό χαρακτήρα και διαφέρει από τη μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία απευθείας παράδοσης του δικογράφου στη Γραμματεία άνευ αριθμού προτεραιότητας και μεταγενέστερης παραλαβής, η οποία εξακολουθεί να τελεί σε ισχύ.

Υπενθυμίζεται ότι:

Ο συνεργάτης του ΔΣΑ θα βρίσκεται καθημερινά από τις 8:15’ έως τις 13.00΄ στο γραφείο του ΔΣΑ, στο κτίριο 2 του Πρωτοδικείου Αθηνών (1ος όροφος), για την παραλαβή των δικογράφων.

Οι συνάδελφοι θα μπορούν να παραλαμβάνουν, αυθημερόν, τα αντίγραφα από τα γραφεία του Συλλόγου (Ακαδημίας 60 – 1ος όροφος), μετά τις 14.00’ (γραφείο Επιμελητών) και μέχρι τις 16.00’ επί αποδείξει.

Συνημμένα

 

Εγγραφή στο Πρόγραμμα Ομαδικής Ασφάλισης του ΔΣΑ μέχρι 31/1/2018

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ
 

ΑΘΗΝΑ, 8.1.2018

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Ενημερώνουμε τους συναδέλφους ότι η εγγραφή στο Πρόγραμμα Ομαδικής Ασφάλισης μελών του ΔΣΑ στην  ασφαλιστική εταιρία MetLife είναι δυνατή μέχρι τις 31/1/2018.
Παρακαλούνται όσοι ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στο Πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης του ΔΣΑ να προβούν στην εγγραφή τους μέσω της σχετικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Οι οδηγίες για την εγγραφή είναι διαθέσιμες στην παρακάτω ιστοσελίδα:
http://www.metlife.gr/el/Business/Support-Centre/dsa-registration.html

Για οποιαδήποτε άλλη πληροφορία σχετικά με την ηλεκτρονική εγγραφή (είτε αφορά τη συμπλήρωση της αίτησης, είτε την προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών), οι συνάδελφοι μπορούν να υποβάλουν το ερώτημά τους στην διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. .
Επισημαίνεται ότι η έναρξη του Προγράμματος Ομαδικής Ασφάλισης θα πραγματοποιηθεί εφόσον εξασφαλιστεί η συμμετοχή κατ’ ελάχιστον 800 μελών.

Αναλυτικές πληροφορίες για το Πρόγραμμα και τις παροχές μπορείτε να βρείτε στο Ενημερωτικό Φυλλάδιο

Αρθρογραφία: ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΔΕΣΠΟΤΩΝ ΖΩΩΝ

 

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί να αναλυθεί συνοπτικά το ζήτημα της ευθύνης του Δήμου απέναντι στα αδέσποτα ζώα συντροφιάς (Ι), το τί προβλέπεται σε περίπτωση ύπαρξης «επικίνδυνου» ζώου (ΙΙ), ποιές είναι οι κυρώσεις που ορίζει ο νόμος σε περίπτωση κακοποίησης η θανάτωσης ζώου (ΙΙΙ) και τέλος πώς μπορούμε ως πολίτες να αντιδράσουμε νομικά (ΙV).

 

(Ι) Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του ν. 4039/2012 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 46 παρ.1 του ν. 4235/2014 ορίζει ότι: « οι ∆ήµοι υποχρεούνται να µεριµνούν για την περισυλλογή και τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων συντροφιάς. Η αρμοδιότητα αυτή µπορεί να ασκείται και από συνδέσµους ∆ήµων, καθώς και από φιλοζωικές ενώσεις και σωματεία, αφού προηγηθεί σχετική έγγραφη συµφωνία µε τον αρµόδιο ∆ήµο, ο οποίος έχει τη συνολική εποπτεία των αδέσποτων ζώων συντροφιάς εντός των διοικητικών του ορίων». Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ως άνω νόμου για την επίτευξη του παραπάνω σκοπού κάθε Δήμος ή όμοροι ή συνεργαζόμενοι Δήμοι ιδρύουν και λειτουργούν δημοτικά ή διαδημοτικά κτηνιατρεία και καταφύγια αδέσποτων ζώων συντροφιάς επιτρεπομένης της συνεργασίας με ενδιαφερόμενα φιλοζωικά σωματεία και ενώσεις ή και εθελοντές φιλόζωους σε ιδιόκτητους ή μισθωμένους ή παραχωρούμενους από το Δημόσιο, την Περιφέρεια ή από ιδιώτες χώρους. Τα καταφύγια αδέσποτων ζώων συντροφιάς αποτελούν χώρους προσωρινής παραμονής και περίθαλψης και η ίδρυση και λειτουργία τους διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τα ενδιαιτήματα ζώων του ν. 604/1977 και του π.δ. 463/1978.

(ΙΙ) ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΥΠΑΡΞΗΣ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΥ ΑΔΕΣΠΟΤΟΥ ΖΩΟΥ

Το άρθρο 1 στ’ του ν. 4039/2012 ως τροποποιήθηκε από το άρθρο 46 παρ. 1 α’ του ν. 4235/2014 μας δίνει τον ορισμό του επικίνδυνου ζώου αναφέροντας ότι: «Επικίνδυνο ζώο συντροφιάς είναι το ζώο συντροφιάς, που εκδηλώνει απρόκλητη και αδικαιολόγητη επιθετικότητα, χωρίς να απειληθεί, προς τον άνθρωπο ή τα άλλα ζώα, καθώς και το ζώο που πάσχει ή είναι φορέας σοβαρού νοσήµατος, που µπορεί να µεταδοθεί στον άνθρωπο ή στα άλλα ζώα και δεν θεραπεύεται.» Κρίσιμο λοιπόν στοιχείο για τον νομοθέτη είναι η απρόκλητη επιθετικότητα χωρίς προηγούμενη απειλή. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα του ποιός είναι αρμόδιος να διαπιστώσει ότι πρόκειται για ένα αντικειμενικά επικίνδυνο ζώο. Ο ν. 4039/2012 ορίζει στην παράγραφο 12, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 46 παρ. 6 ε’ του νόμου 4235/2014 ότι: «σε κάθε ∆ήµο συγκροτείται µε απόφαση του ∆ηµάρχου πενταµελής επιτροπή παρακολούθησης του προγράµµατος διαχείρισης αδέσποτων ζώων συντροφιάς, τα δύο µέλη της οποίας ορίζονται από τα φιλοζωικά σωµατεία και τις ενώσεις που λειτουργούν νόµιµα και που εδρεύουν στο ∆ήµο ή στην οικεία Περιφερειακή Ενότητα. Στην επιτροπή µετέχουν: ένας κτηνίατρος, που ορίζεται από τον οικείο ∆ήµο και ο οποίος είναι, κατά προτίµηση, ο υπεύθυνος του προγράµµατος διαχείρισης των αδέσποτων ζώων συντροφιάς και ελλείψει αυτού άλλος ιδιώτης κτηνίατρος, ένας εκπαιδευτής σκύλων, ο οποίος είναι µέλος νοµίµως αναγνωρισµένου επαγγελµατικού σωµατείου εκπαιδευτών σκύλων και ελλείψει αυτού εκπρόσωπος του οικείου ∆ήµου, ένας εκπρόσωπος, που ορίζεται από τον οικείο ∆ήµο, µε τον αναπληρωτή του. Η επιτροπή αποφασίζει για την επικινδυνότητα ενός ζώου συντροφιάς, σύµφωνα µε τον ορισµό της περίπτωσης στ΄ του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει και αντιµετωπίζει τα προβλήµατα που προκύπτουν κατά τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων. Στην περίπτωση που υπάρχει διαφωνία για την επικινδυνότητα ενός αδέσποτου ζώου συντροφιάς ή για την αναγκαιότητα της πραγµατοποίησης ευθανασίας σε αδέσποτο ζώο συντροφιάς, την οριστική απόφαση λαµβάνει ειδική επιστηµονική επιτροπή που συγκροτείται σε κάθε ∆ήµο µε απόφαση του ∆ηµάρχου και αποτελείται από: έναν κτηνίατρο της κτηνιατρικής υπηρεσίας της οικείας Περιφερειακής Ενότητας µε τον αναπληρωτή του, έναν ιδιώτη κτηνίατρο που ασκεί νόµιµα το επάγγελµα στη χώρα και δραστηριοποιείται στην περιοχή δικαιοδοσίας του ∆ήµου ή όµορου ∆ήµου µε τον αναπληρωτή του, έναν κτηνίατρο που ασκεί νόµιµα το επάγγελµα στη χώρα και συνεργάζεται µε το φιλοζωικό σωµατείο που δραστηριοποιείται στην περιοχή δικαιοδοσίας του ∆ήµου ή όµορου ∆ήµου µε τον αναπληρωτή του. Σε περίπτωση επιθετικού ζώου ο ∆ήµος µπορεί να ζητήσει τη γνώµη εκπαιδευτή σκύλων, ο οποίος είναι µέλος νοµίµως αναγνωρισµένου σωµατείου εκπαιδευτών σκύλων». Βλέπουμε λοιπόν ότι ο νομοθέτης αναλύει διεξοδικά τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να αποφασισθεί η ευθανασία, λαμβάνει υπόψη και προβλέπει ακόμα και το ενδεχόμενο διαφωνίας συστήνοντας ακόμα πιο εξειδικευμένες επιτροπές, δίνοντας έτσι βαρύνουσα σημασία στο ζήτημα της ευθανασίας που κάθε άλλο παρά ως λύση στο πρόβλημα της ύπαρξης αδέσποτων το αντιλαμβάνεται. Η απόφαση ευθανασίας του ζώου από τον ίδιο τον παθόντα συνιστά αδικαιολόγητη θανάτωση του ζώου και τιμωρείται αυστηρότατα όπως θα δούμε παρακάτω.

(ΙΙΙ) ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΩΣΗΣ-ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Σχετικά με το τι συνιστά κακοποίηση ζώου το άρθρο 16 του ν. 4039/2012 αναφέρει ότι : «(α) με την επιφύλαξη ειδικά προβλεπόμενων περιπτώσεων της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας, καθώς και της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9 απαγορεύεται ο βασανισμός, η κακοποίηση, η κακή και βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου, καθώς και οποιαδήποτε πράξη βίας κατ’ αυτού, όπως ιδίως η δηλητηρίαση, το κρέμασμα, ο πνιγμός, το κάψιμο, η σύνθλιψη και ο ακρωτηριασμός…». Επίσης, (β) «απαγορεύεται, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κινηματογραφικών ταινιών και γενικότερα οπτικοακουστικού υλικού εκπαιδευτικού προσανατολισμού, η πώληση, εμπορία και παρουσίαση – διακίνηση μέσω διαδικτύου οποιουδήποτε οπτικοακουστικού υλικού, όπως βίντεο ή άλλου είδους κινηματογραφικού ή φωτογραφικού υλικού στα οποία απεικονίζεται οποιαδήποτε πράξη βίας εναντίον ζώου, καθώς και σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ζώων ή μεταξύ ζώου και ανθρώπου με σκοπό το κέρδος ή τη σεξουαλική ικανοποίηση ατόμων που παρακολουθούν ή συμμετέχουν σε αυτά. Στην ανωτέρω απαγόρευση συμπεριλαμβάνεται και η περίπτωση της μονομαχίας μεταξύ ζώων. Σε περίπτωση τραυματισμού ζώου συντροφιάς σε τροχαίο ατύχημα, ο υπαίτιος της πράξης αυτής, υποχρεούται να ειδοποιήσει άμεσα τον οικείο Δήμο, προκειμένου να παρασχεθεί στο τραυματισμένο ζώο η απαραίτητη κτηνιατρική φροντίδα».

Σχετικά με τις ποινικές κυρώσεις, το άρθρο 20 παρ. 2 του ν.4039/2012, όπως τροποποιήθηκε από με το άρθρο 46 παρ.11 του ν.4235/201 αναφέρει ότι: «οι παραβάτες των διατάξεων των παραγράφων α΄ και β΄ του άρθρου 16 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ». Πρόκειται λοιπόν για ένα αυστηρώς τιμωρούμενο πλημμέλημα με ποινή φυλάκισης από ένα έως πέντε έτη και πολύ υψηλό πρόστιμο.

Εκτός από τις ποινικές κυρώσεις, ο νόμος προβλέπει και διοικητικά πρόστιμα και κυρώσεις που στην περίπτωση βασανισμού-θανάτωσης είναι ιδιαιτέρως υψηλά. Έτσι ο πίνακας κυρώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 21 του ν. 4039/2012 ως αντικαταστάθηκε από τον πίνακα του άρθρου 46 παρ. 12 α’ του ν. 4235/2014 αναφέρει ότι η παραβίαση του άρθρου 16 α΄ και β΄ τιμωρείται με 30.000 για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό.

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΩΣΗΣ-ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ

Σε περίπτωση λοιπόν κακοποίησης ή θανάτωσης ζώου «συντροφιάς» πέρα από απλή απλή αναφορά τέτοιων συμβάντων που απλά καταγράφεται στο βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων (Β.Α.Σ.) απαραίτητο είναι να υποβάλλεται άμεσα μηνυτήρια αναφορά στο Αστυνομικό Τμήμα του συμβάντος ή σε οποιοδήποτε Αστυνομικό Τμήμα όλο το 24ωρο, εξιστορώντας το συμβάν.

Στην μηνυτήρια αναφορά που θα υποβάλλουμε είναι πολύ σημαντικό να αναφερθούν οι άνθρωποι που γνωρίζουμε ή που υποπτευόμαστε ότι το έπραξαν ή που μας έχουν απειλήσει στο πρόσφατο παρελθόν. Κατονομάζουμε πρόσωπα και αναφέρουμε τα γεγονότα χωρίς χαρακτηρισμούς.

Σε περίπτωση δηλητηρίασης, φωτογραφίζουμε το μέρος και τα ατυχή ζώα και περισυλλέγουμε, αν αυτό είναι δυνατό το δηλητήριο ή το δηλητηριασμένο φαγητό το οποία και παραδίδουμε στην Αστυνομία. Έχουμε δικαίωμα να ζητήσουμε να εξεταστεί και από αρμόδια υπηρεσία. Μπορούμε να ζητήσουμε και αιματολογική εξέταση του ζώου σε συνεργασία με κτηνίατρο ώστε να προκύψει η ουσία που προκάλεσε τον θάνατο.

Μαρία – Κωνσταντίνα Αγδινιώτη, Δικηγόρος, Μεταπτ. Δίπλωμα «Εξειδικευμένο Δημόσιο Δίκαιο», Μεταπτ. Δίπλωμα «Ποινικό Δίκαιο και Εξαρτήσεις»

Δημοσθένης – Ραφαήλ Κουκοβίνος, Δικηγόρος, Μεταπτ. Δίπλωμα «Εξειδικευμένο Δημόσιο Δίκαιο»

    

Η πραγματογνωμοσύνη στην Ποινική Δίκη για εξαρτήσεις από Ναρκωτικά

Η ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΝΑΡΚΩΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

Η απόδειξη της εξάρτησης του κατηγορουμένου από ναρκωτικές ουσίες έχει πολύ μεγάλη σημασία διότι επηρεάζει ουσιωδώς την ποινική του μεταχείρηση και ως εκ τούτου αποτελεί συστατικό στοιχείο « της δίκαιης δίκης» που προβλέπεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Έτσι λοιπόν, τίθεται ένα βασικό ζήτημα σχετικά με τη δεσμευτικότητα η μη της πραγματογνωμοσύνης που διενεργείται για τη διαπίστωση της κατάστασης του καθώς αυτή αποτελεί αν όχι το κυριότερο, ένα από τα βασικότερα αποδεικτικά μέσα. Η κρατούσα στη Νομολογία και στη Θεωρία άποψη είναι ότι το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο με βάση το άρθρο 177 ΚΠΔ που καθιερώνει στο ελληνικό ποινικό δίκαιο την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων ή “ηθικής απόδειξης stricto sensu”[1] και ορίζει ότι : “ Οι δικαστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, πρέπει όμως να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την αποπροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και που αφορά την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδείξεων». Από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 177 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο ποινικός δικαστής δε δεσμεύεται από ποινικούς κανόνες και πρέπει να αποφασίσει σύμφωνα με την πεποίθησή του, με βάση τη συνείδηση και την αμερόληπτη κρίση του. Επίσης, το άρθρο 178 ΚΠΔ αναφέρει ενδεικτικά τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται και η πραγματογνωμοσύνη και καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης χρησιμοποίησης οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου. Η αρχή της ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων (177 ΚΠΔ) και η αρχή της ελεύθερης χρησιμοποίηση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου (178 ΚΠΔ) συναποτελούν την αρχή της ηθικής απόδειξης.[2] Επομένως, από τα παραπάνω προκείπτει ότι ο δικαστής δεν είναι υποχρεωμένος να βασισθεί σε οποιοδήποτε έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό και να θέσει ως βάση της πεποίθησής του πορίσματα ειδικών πραγματογνωμόνων κλπ.[3] ούτε ελέγχεται για τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων ή την εκτίμησή του για τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.[4]

Η δικαιολογητική βάση της εφαρμογής της αρχής της ηθικής απόδειξης και στο ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο είναι ότι το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης δεν πρέπει να υποχρεώνει τον δικαστή, αλλά ο δικαστής πρέπει πάντα να υπόκειται στην ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του, γιατί αλλιώς ο πραγματογνώμονας αντί να είναι βοηθός του δικαστή τον υποκαθιστά, φαλκιδεύοντας έτσι τη συνταγματική επιταγή για την απονομή της δικαιοσύνης από τα δικαστήρια[5]. Ωστόσο έχει υποστηριχθεί από τη θεωρία και άλλη άποψη σχετικά με τη δεσμευτικότητα της γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα, σύμφωνα με την οποία ο δικαστής μη έχοντας τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις δεν μπορεί να αντιπαραθέσει ισάξια επιστημονικά επιχειρήματα που να ανατρέπουν το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης[6]. Η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (αρχή της ηθικής απόδειξης) δεν θα πρέπει βέβαια να γίνει αντιληπτή ως μια αρχή που επιτρέπει στον δικαστή να είναι εντελώς ελεύθερος και αδέσμευτος, διότι η κρίση του δεν πρέπει να αντιβαίνει στο νόμο, ούτε να προσκρούει στους κανόνες της λογικής και στα πορίσματα της επιστήμης.[7] αλλά θα πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μια αρχή που επιτρέπει στο δικαστή να εξετάζει την πραγματογνωμοσύνη, να την συνεκτιμά με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως μαρτυρικές καταθέσεις, βεβαιώσεις κλπ, να λαμβάνει υπόψη την κλινική εικόνα του κατηγορουμένου αλλά και τυχόν άλλα στοιχεία που εισφέρονται και που μπορούν να βοηθήσουν στην εμβάθυνση και άρα στην ασφαλέστερη εξαγωγή συμπεράσματος και σε μια δίκαιη δίκη και απόφαση. 'Αλλωστε, το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης δεν είναι μεν δεσμευτικό για το δικαστή, αλλά δεν μπορεί να το αντιπαρέλθει αναιτιολόγητα, εφόσον τούτο αποφαίνεται υπέρ της συνδομής των όρων της εξάρτησης.[8] Έτσι λοιπόν, και σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη, το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης δεν δεσμεύει το δικαστήριο, δεν μπορεί όμως να το αρνηθεί, εάν δεν συντέχουν άλλα αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να δικαιολογήσουν ειδικά και πειστικά αιτιολογημένα το αντίθετο συμπέρασμα. [9]

Μαρία – Κωνσταντίνα Αγδινιώτη, Δικηγόρος, Π.Μ.Σ. «Εξειδικευμένο Δημόσιο Δίκαιο», Π.Μ.Σ. «Ποινικό Δίκαιο και Εξαρτήσεις»

Δημοσθένης – Ραφαήλ Κουκοβίνος, Δικηγόρος, Π.Μ.Σ. «Εξειδικευμένο Δημόσιο Δίκαιο»

 

[1]Κωνσταντινίδης Α., Εξάρτηση και πραγματογνωμοσύνη: Η αποδεικτική ισχύς της Πραγματογνωμοσύνης , σε Εγκληματικότητα και κράτος δικαίου, 2009, σ. 275, παραπέμπει στον Καρρά Α., Επίτ. Ερμ. Του ΚΠΔ, β' εκδ. αναθ. και βελτ., 2005 , σελ. 456.

[2]Κωνσταντινίδης Α., ο.α. σ. 275, παραπέμπει στον Καρρά Α., ο.α., σ. 456.

[3] Κωνσταντινίδης Α., Η απόδειξη στην ποινική δίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, σ. 17, παραπέμπει σε ΠλημμΘες. 295/1972, Ποιν.Χρον. ΚΒ’, σ.402

[4] Κωνσταντινίδης Α., Η απόδειξη στην ποινική δίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, σ. 17, παραπέμπει σε Καρρά, Πρακτικά του Στ’ Πανελληνίου Συνεδρίου σ.10.

[5]Παρασκευόπουλος Ν., Κοσμάτος Κ., Ναρκωτικά: Κατ' αρθρο ερμηνεία των ποινικών και δικονομικών διατάξεων του “ Νόμου περί εξαρτησιογόνων ουσιών” , εκδ. Σάκκουλα, γ΄ έκδ., 2013, σ. 241, παραπέμπει σε ΑΠ 1287/2002, Πλογ. 2002, σ. 1378, ΑΠ 797/2001, Ποιν.Δικ. 2001, σ.983, ΑΠ 1288/1988, Ποιν.Δικ. 1998, σ. 1170.

[6]Παρασκευόπουλος Ν., Κοσμάτος Κ., ο.α, σ. 242, παραπέμπει σε Καιάφα Μ., Θα' πρεπε μήπως το πόρισμα της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης να είναι δεσμευτικό για το ποινικό δικαστήριο;, Αρμ. 1983, σ.1046 επ.

[7] Κωνσταντινίδης Α., Η απόδειξη στην ποινική δίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, σ. 17, σ. 136.

[8] Παύλου Στ., Ναρκωτικά, Εκδόσεις Σάκκουλας, 2008, σ. 226.

[9] Παύλου Στ., ο.α, σ.227, παραπέμπει σε ΑΠ 1291/1998, Ποιν.Χρον. 1999, σ.707 και σε Απ 1288/1998, Ποιν.Χρον. 1999, σ.706.

UK betting sites, view full information www.gbetting.co.uk bookamkers